“ΔΥΟ ΣΤΑΛΕΣ ΚΟΥΡΑΓΙΟ για συντροφους και γονείς”

… Είμαι η φυλακή σου, Κύριε. Σπάσε τους τοίχους μου, ανατίναξε τις σιδερένιες μου πόρτες. Κρατώ φυλακισμένους όλους εκείνους, που μου εμπιστεύτηκες. Στο διπλανό κελί είναι ο γιός μου και στο παραδίπλα η κόρη μου. Πάρτους μαζί σου. Εγώ ήμουν μοναχά για το συσσίτιο και για ιστορίες στο προαύλιο για τόπους μακρινούς όπου πνέεις σαν λεπτό αεράκι. Θα σε βρουν, Κύριε; Θα σε βρουν;

Θα σε βρουν! Γιατί στα παινέματα των Φαρισαίων πώς είναι γιοί του Αβραάμ, εσύ τους έδειξες τις πέτρες που τους είπες πώς κι απ’ τις πέτρες, αν θέλεις, ανασταίνεις άλλα, καλύτερα, πιστότερα τέκνα Αβραάμ. Πάρε τα παιδιά μου, Κύριε, πάρε όλα τα θυμωμένα από τα λάθη μας παιδιά του κόσμου, λόγιασέ τα για πέτρες και κάν’ τα παιδιά Σου. Γλίτωσέ τα από μας. Κι όταν βρεθείτε και κάτσετε δίπλα-δίπλα, πες τους να θυμούνται πως γονείς και γιοί και κόρες και θείοι και παππούδες και δάσκαλοι και κατηχητές και πνευματικοί και όλα, είναι μάσκες, που κρύβουν μία λέξη, μία μόνο λέξη που υπάρχει στ’ αλήθεια: Αδέλφια!
Με πατέρα και μάνα Εσένα! …

Απόσπασμα από το βιβλίο «Δύο στάλες κουράγιο για συντρόφους και γονείς», του κυρίου Ηλία Λιαμή, που βρίσκεται στην βιβλιοθήκη μας.